Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2008

Λογοδοσία και Δημοκρατία

Είναι πραγματικά εκπληκτικό το πως μπορεί κάποιος να «απαντάει» χωρίς να απαντάει σε ξεκάθαρες ερωτήσεις που του τίθενται. Είμαστε όλοι μας μάρτυρες του τραγικού φαινομένου στις τηλεοπτικές εκπομπές, στα παράθυρα των οποίων καθημερινά ο καθένας λέει ότι θέλει αποφεύγοντας – όχι και πολύ εντέχνως – τις ερωτήσεις που δεν επιθυμεί να απαντήσει. Οι τακτικές είναι απλές, αυτός που δεν θέλει να απαντήσει είτε φωνάζει, είτε απαντάει λέγοντας όμως κάτι εντελώς άσχετο με αυτό που θα έπρεπε να πεί, είτε απαντάει με γενικολογίες.


Αυτό το φαινόμενο δεν παρατηρείται όμως μόνο στις κοκορομαχίες των – ο θεός να τις κάνει – ειδήσεων, αλλά και σε χώρους που υποτίθεται ότι είναι σοβαροί, όπως η Βουλή των Ελλήνων. Είναι στην καλή διάθεση του Υπουργού αν θα απαντήσει επαρκώς ή όχι στις ερωτήσεις που θέτουν οι βουλευτές. Κανείς δεν μπορεί να τον υποχρεώσει να απαντήσει ούτε στην ερώτηση ούτε στην επερώτηση, μετά από την οποία περνάνε στην επόμενη ερώτηση και το θέμα λήγει. Όταν λοιπόν, ακόμα και στον σοβαρότερο υποθετικά χώρο όλων όπως είναι η Βουλή, υπάρχει η δυνατότητα να μην απαντώνται οι ερωτήσεις άλλων, τι μήνυμα περνάει στην κοινωνία;


Η Δημοκρατία από μόνη της είναι δύσκολο πολίτευμα και υπάρχουν πολλοί παράγοντες που καθορίζουν αν θα δουλεύει σωστά ή αν θα καταντήσει είτε οχλοκρατία είτε συγκεκαλυμμένη ολιγαρχία. Ένας από τους πιο βασικούς παράγοντες είναι ο θεσμός της λογοδοσίας, να υποχρεώνεται δηλαδή ο κάθε ένας πολιτικός να λογοδοτεί για τις πράξεις και τις επιλογές του όσον αφορά φυσικά το δημόσιο αξίωμά του. Πρέπει δηλαδή να γνωρίζει ο κάθε ένας ότι θα κριθεί έμπρακτα και συγκεκριμένα, όχι στα λόγια όπως συνηθίζουμε να λέμε ότι «θα τον κρίνει ο λαός και θα τον καταψηφίσει στις εκλογές».


Οι αρχαίοι Αθηναίοι, το επίπεδο της Δημοκρατίας των οποίων θαυμάζει τόσο πολύ όλος ο κόσμος, είχαν καθιερώσει την λογοδοσία για όλα τα δημόσια αξιώματα. Με το πέρας της θητείας κάποιοι αξιωματούχου, ο καθένας μπορούσε να βγεί ανοικτά και να τον κατηγορήσει για κακοδιαχείριση και συνεπώς ο αξιωματούχος έπρεπε να είναι έτοιμος να αποδείξει την αθωότητά του. Αντίθετα στην σημερινή Ελλάδα, ισχύει το ρητό «μετά την απομάκρυνση από το Υπουργείο, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται». Ο εκάστοτε Υπουργός παραδίδει στον επόμενο ότι θέλει, και από την στιγμή που παραδίδει και μετά αποποιείται των ευθυνών του.


Το ανησυχητικό δεν είναι ότι οι πολιτικοί (και όχι μόνο) εφαρμόζουν αυτήν την τακτική κατά κόρον, έχει εξ’άλλου κάποια λογική να το κάνουν αυτό εφόσον τους δίνεται η δυνατότητα. Το ανησυχητικό είναι ότι ο κόσμος το ανέχεται. Δεν νευριάζει κανείς; Δεν αγανακτεί κανείς βλέποντας αυτήν την συμπεριφορά; Δεν γεννάται στην καρδιά του κόσμου η επιθυμία να τους «τιμωρήσουν»; Δεν κάνει στον απλό πολίτη – τουλάχιστον – αρνητική εντύπωση η τακτική αυτών των ανθρώπων; Ή μήπως απλά έχουμε καταντήσει παθητικοί δέκτες σε τέτοιον μεγάλο βαθμό;


Το μόνο σίγουρο είναι ότι όσο ο κόσμος δεν τιμωρεί αυτούς τους ανθρώπους (είτε μέσω της ψήφου τους, είτε μέσω της τηλεθέασης), θα συνεχίσουν ακάθεκτοι με την ίδια τακτική χωρίς να αλλάξει ποτέ τίποτα. Όπως επίσης σίγουρο είναι ότι το επίπεδο ανοχής του κόσμου θα αντικατοπτρίζει το επίπεδο παρακμής της κοινωνίας μας. Πρέπει κάποια στιγμή να γίνουμε και πιο αυστηροί με την πολιτική ηγεσία αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό...


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ
Μυθιστόρημα
Συγγραφέας: Νίκος Χιδίρογλου
Εκδόσεις Ερωδιός (τηλ. 2310 282782)



Δελτίο Τύπου

Ελλάδα, σωτήριο έτος 2020 μ. Χ. Η επικράτηση μιας κάστας πολιτικών που πρεσβεύουν ένα κράμα νεοφιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών ιδεοληψιών, έχει αλλάξει ριζικά το πολιτικό τοπίο. Η πολιτισμική ομογενοποίηση λυγίζει τις αντιστάσεις του μέσου πολίτη, οδηγώντας τον στην αδράνεια. Η χαλάρωση των ηθών και η εφαρμογή των θετικών διακρίσεων, οδηγούν στην απόλυτη φιλελευθεροποίηση των κοινωνικών σχέσεων και φέρνουν την ελληνική κοινωνία στο χείλος του γκρεμού. Η πολυπολιτισμική κοινωνία, δείχνει να λυγίζει κάτω από το βάρος των ανομιών της και των αφύσικων και ανήθικων συμβάσεών της. Όμως, κάποιοι υπολόγιζαν χωρίς τη νεολαία, που ξεσηκώνεται, αντιδρώντας στο γκρέμισμα των εκκλησιών και στην εξάλειψη κάθε τι του ελληνικού. Οι παλιοί τρόποι κερδίζουν οπαδούς και ο λαϊκός αυθορμητισμός επιστρέφει και ξεσπά, απειλώντας ως ασταμάτητος χείμαρρος το σύστημα, που κλυδωνίζεται. Την ίδια ώρα, ο πολιτικός ριζοσπαστισμός εξαπλώνεται και κερδίζει τις καρδιές και την ψυχή των νέων, των απόκληρων και των περιθωριοποιημένων, αλλά και όσων αδυνατούν να συμβιβαστούν με την κοινωνική εξαχρείωση και αναζητούν όραμα και ελπίδα. Ο ήρωάς μας, έχοντας βρεθεί από το ζενίθ στο ναδίρ, δεν έχει πλέον τίποτε να χάσει. Από πετυχημένος επαγγελματίας και ομοτράπεζος του συστήματος, καταλήγει δραπέτης και άστεγος, ζώντας προσωρινά μια άσκοπη καθημερινότητα. Όμως, ξυπνάει από το λήθαργο, μαζεύει τα κομμάτια του και οργανώνεται στις γραμμές της «Μάχης», πολεμώντας για την Ελευθερία και γράφοντας το προσωπικό του έπος.